Δευτέρα, 7 Σεπτεμβρίου 2015

Ψαροντούφεκο...


Απόγευμα καλοκαιρινής παραζάλης, σε ένα από τα συνήθη pit stop μετά το μπάνιο, καθόμαστε, γυναικοπαρέα, σε αγαπημένο στέκι χρόνων να πιούμε ρακή και πορτοκαλάδα (έχουμε και ανήλικο στην ομάδα)… Ψιλοκουβέντα και χάζι σε συνδυασμό με φωτογραφίες της συννεφιασμένης παραλίας κάνουν το χρόνο να κυλάει αβίαστα και ζωγραφίζουν χαμόγελα στα χαλαρωμένα πρόσωπά μας. Σε ένα από τα πηγαινέλα της για να τσεκάρει ότι όλα είναι ΟΚ, αλλά περισσότερο για να πιεί καμιά ρακή με φίλους και γνωστούς στα τραπέζια, η φίλη-ιδιοκτήτρια στέκεται κοντά μας για κουβεντούλα και πείραγμα. Ως γνωστό αλάνι, μετά από μια-δυο ατάκες, γυρνάει την κουβέντα στο άλλο φύλο… Το ένα φέρνει τ’ άλλο και καταλήγουμε να λιώνουμε στα γέλια με την έμπνευσή της να παραλληλίσει τύπους ανθρώπων στο φλερτ, εν προκειμένω γυναικών, με τρόπους ψαρέματος – από καλάμι μέχρι ψαροντούφεκο (αυτό το τελευταίο θα μας μείνει αξέχαστο για πάντα).

Με αφορμή εκείνο το απόγευμα, που μου έρχεται συχνά πυκνά στο μυαλό, θέλησα να γράψω δυο λόγια για τη σχέση ψάρεμα – φλέρτ και όποιος καταλάβει, κατάλαβε… Κορίτσια, συγχωρήστε με, αλλά εκτός από τις δύο βασικές κατηγορίες που έπεσαν στο τραπέζι θα αναφερθώ και σε 2-3 άλλες που μου προέκυψαν, ως βγαλμένες από τη ζωή… Νομίζω ότι δε θα σας απογοητεύσω.

Διότι, σου λέει, είναι διάφοροι οι τρόποι που μπορείς να ψαρέψεις, ανάλογα με το χαρακτήρα, την προσωπικότητά και τις εμπειρίες σου. Δεν είναι τυχαίο που κάποιοι προτιμούν να στέκονται σε μια προβλήτα / βράχο / βάρκα με ένα καλάμι στο χέρι και άλλοι να βουτάνε με μπουκάλες και τουφέκια. Είναι, βεβαίως, και φορές που ο τρόπος ψαρέματος δε συνάδει με την προσωπικότητα εν γένει, αλλά αυτό είναι άλλος πόνος που χρήζει ανάλυσης από ειδικούς, οπότε ας περάσουμε στην ουσία του εν λόγω πονήματος.

Είναι, λοιπόν, αυτός που ψαρεύει με καλάμι και πετονιά. Διαλέγει το δόλωμα, άλλες φορές προσεκτικά κι άλλες όχι, ανάλογα με τη διάθεση ή το θήραμα, ετοιμάζει το αγκίστρι, βρίσκει ένα σημείο όπου πιστεύει πως υπάρχουν ψάρια, ρίχνει και κάθεται ήρεμα και υπομονετικά μέχρι να τσιμπήσει το ψάρι… Ανάλογα με τη θάλασσα, την ώρα και άλλους παράγοντες αποφασιστικούς για την επίτευξη του στόχου - όπως πόσοι άλλοι ψαράδες είναι τριγύρω, αν είναι καλύτερα εξοπλισμένοι και πόσο χρόνο διαθέτουν - μπορεί να πιάσει από κάτι μέχρι τίποτα. Σημαντικό σε αυτό τον τρόπο ψαρέματος είναι ότι ο ψαράς δεν απογοητεύεται (τουλάχιστον έτσι διατείνεται), διότι συνήθως είναι ερασιτέχνης, το κάνει από χόμπι βρε αδερφέ, οπότε η διαδικασία από μόνη της αποτελεί ευχαρίστηση… Το ταξίδι και όχι ο προορισμός. Το φλερτ και όχι το κρεβάτι. Βέβαια με αυτό τον τρόπο είναι σαφές ότι δε θα πιάσει ποτέ κανένα ψάρι της προκοπής, διότι πού πας ρε κακομοίρη τσούκου-τσούκου με το καλάμι; Εδώ υπάρχουν άλλα κι άλλα εργαλεία στην πιάτσα!!!

Σημειώνεται ότι το ποιο ψάρι είναι της προκοπής και ποιο όχι είναι κάτι πολύ σχετικό, όπως όλα στη ζωή, με εξαίρεση κάποια ψάρια που είναι αντικειμενικά πρώτης ποιότητας!!! Τα υπόλοιπα, σύμφωνα με το φίλο Μ. που ξέρει, μπορούν να γίνουν εξαιρετικά με το σωστό μαγείρεμα ή «να τα σκοτώσεις», άρα είναι θέμα του ψαρά το πως θα τα χειριστεί για να δώσουν ότι καλύτερο έχουν ή όχι… Ελπίζω να είμαι κατανοητή. Συνεχίζουμε…

Η καθετή, ας πούμε, είναι πιο αποτελεσματική αν ξέρεις να τη ρίχνεις… 4-5 αγκίστρια τη φορά και ψάρεμα σε βάθος. Το δόλωμα είναι κι εδώ αποφασιστικής σημασίας, διότι μπορεί να σου φέρει από χάνο μέχρι φαγκρί!!! Είναι σημαντικό λοιπόν που και πως τη (τα) ρίχνεις και πόσο βαρύ είναι το μολύβι (διπλής). Επιπλέον, θέλει και ψαρά καπάτσο ώστε το κάθε ψάρι να πιαστεί ερήμην του διπλανού, γιατί αλλιώς σούπα η δουλειά. Πολύ πιθανό η πρώτη ψαριά να είναι χάνοι, αλλά με εξάσκηση και προσαρμογή των συνθηκών (δόλο, μολύβι, νερά…) μπορεί να φτάσει κανείς να πιάσει φαγκρί που, προσωπικά, θα το θεωρούσα μεγάλη επιτυχία, δεδομένου του παράγοντα τύχη και του ότι είναι ένα από τα αγαπημένα μου (για να μην πω το πιο αγαπημένο).
 
 

Για τους πιο τεμπέληδες, αλλά αχόρταγους και όχι ιδιαίτερα επιλεκτικούς, υπάρχει η συρτή. Βάζουν στην ίδια πετονιά πολλά αγκίστρια, οργώνουν τα νερά και ότι πιάσουν. Αυτός ο τρόπος ψαρέματος έχει το ρίσκο να καταλήξεις με πολλή σαβούρα στα αγκίστρια σου και να μείνεις χωρίς ψάρι. Αυτά έχουν όμως οι εύκολες λύσεις. Αν, από την άλλη, είσαι τυχερός μπορεί να έχεις καλή ψαριά, οπότε και θα πρέπει στο τέλος να ξεσκαρτάρεις τα δίχτυα και να διαλέξεις τι θα κρατήσεις και τι θα δώσεις στο γείτονα για να μη γκρινιάζει. Προφανώς θα κρατήσεις το καλύτερο/α ψάρι/α για εσένα, αλλά δε θα πρέπει να φανείς πλεονέκτης και να σου μείνουν πολλά ψάρια στο ψυγείο, γιατί θα μπαγιατέψουν και είναι κρίμα (κι άδικο).Θα μου πείτε υπάρχει και ο καταψύκτης, αλλά όπως και να το κάνουμε αλλοιώνει…

Ενδιαφέρον τρόπος ψαρέματος είναι και το πυροφάνι. Σε αυτή την περίπτωση χρειάζεσαι τη βοήθεια ενός φίλου ή φίλης σου, διότι βάζεις το φως στην πλώρη για να ζαλιστούν τα κακόμοιρα τα ψαράκια (στραβωθούν στην περίπτωση μας), αλλά ένας πρέπει να κάνει κουπί και ένας να καμακώνει. Οι ρόλοι καλό είναι να εναλλάσσονται, ώστε να πιάσετε κανένα ψάρι και οι δυο και να μη μείνει κανείς με το κουπί στο χέρι. Το πυροφάνι είναι ιδιαίτερα διασκεδαστικό, διότι προϋποθέτει παρουσία φίλων, οπότε και τίποτα να μην πιάσετε θα περάσετε σίγουρα καλά (εκτός αν ο ένας εκ των δύο είναι απελπισμένος για ψάρι και χαλάσει την ατμόσφαιρα σε περίπτωση αποτυχίας). Σημειώστε, λοιπόν, ότι η επιλογή παρτενέρ είναι κρίσιμη στην εν λόγω διαδικασία ψαρέματος, ενώ ο αριθμός πρέπει να περιοριστεί στο 2, γιατί αλλιώς γίνεται φασαρία στη βάρκα και τα ψάρια τρομάζουν και δεν πλησιάζουν.

Όλοι οι παραπάνω τρόποι, κι άλλοι τόσοι αντίστοιχης τεχνικής και δυναμικής, χρειάζονται μια κάποια προετοιμασία, δεξιότητα και προσοχή (δεν μπαίνω καν στη διαδικασία να αναφερθώ σε ψάρεμα μαρίδας ή γόπας που θέλουν και ειδικά δίχτυα τρομάρα τους!!!). Κανένας όμως δεν είναι τόσο ενδιαφέρον, επικίνδυνος και συνάμα αποτελεσματικός όσο το ψαροντούφεκο.

Ο ψαροντουφεκάς παίρνει ρίσκα γιατί πάει για μεγάλα ψάρια. Θεωρείται ανυπόμονος από τους άλλους, αλλά αυτός ξέρει ότι για να χτυπήσεις σοβαρό ψάρι πρέπει να χτυπηθείς ώρες μέσα στη θάλασσα, κοντά στα βράχια, και να είσαι έτοιμος να ζοριστείς σε περίπτωση αντίστασης (θα έχετε ακούσει την έκφραση «βράχωσε» ο ροφός). Πρέπει να έχεις στόχο και τρόπο, όχι έτσι στα κουτουρού. Το ψαροντούφεκο πέφτει, χτυπάει, τέλος. Απεχθάνεται την ακινησία (καλάμι) και τη μαλθακότητα (καθετή), ενώ δεν αντέχει να αφήνει τα πράγματα στην τύχη (συρτή). Ο ψαράς αυτού του είδους πάει για όλα ή τίποτα. Για τα δύσκολα ή για την απόλαυση και μόνο της βουτιάς στα βαθιά. Αν είναι άξιος και τυχερός μπορεί να πιάσει από τα καλύτερα ψάρια και αν όχι, έχει την ψυχραιμία να περιμένει την επόμενη ευκαιρία του να πέσει στο νερό, πράγμα που σημαίνει ότι μπορεί να μείνει χωρίς ψάρι για πολύ καιρό… Καταλάβατε κορίτσια;;;

Θα πρέπει να ληφθεί υπόψη, επίσης, ότι το ψαροντούφεκο με μπουκάλες απαγορεύεται, οπότε καταλαβαίνετε ότι και σε αυτή την περίπτωση υπάρχουν περιορισμοί. Τώρα, βέβαια, αν κάποιος παραβεί τους κανόνες και πάει να πέσει στα πολύ βαθιά, πέραν των δυνατοτήτων του, θα πρέπει να είναι διατεθειμένος να πληρώσει το τίμημα - εκτός αν σταθεί πολύ τυχερός, οπότε και όλοι θα αναγνωρίσουν την τόλμη του, ενώ κάποιοι θα ζηλέψουν, απλώς, την τύχη του («την είδες τη χαζοβιόλα τι καλό παιδί βρήκε» και τα σχετικά)… Ο νοών νοείτω.

Στο ίδιο πνεύμα, υπενθυμίζεται ότι στο ψάρεμα, γενικώς, απαγορεύεται η χρήση εκρηκτικών υλών, πράγμα που σημαίνει ότι δεν επιτρέπεται να καταστρέφουμε το φυσικό περιβάλλον των ψαριών (σπίτι, οικογένεια, παρέες κλπ.) γιατί το πιο πιθανό είναι να έχουμε ατύχημα, με δυσάρεστες συνέπειες για εμάς τους ίδιους, ενώ το πλέον πιθανό είναι να πάρουμε και αθώους στο λαιμό μας. Συμπέρασμα; Ψαρεύουμε με φειδώ και αυτοσυγκράτηση, χωρίς να ξεχνάμε βασικές αρχές καλής συμπεριφοράς και ηθικής. Ισχύουν και στο ψάρεμα… ;)

Τέλος, αντιλαμβάνομαι ότι σε κάποιους δεν αρέσει κανένας τρόπος ψαρέματος, πλέον, διότι βαρέθηκαν τα θαλάσσια και έχουν περάσει σε άλλα ζώα που τους κρατούν χορτάτους για μεγαλύτερο διάστημα χωρίς να πρέπει κάθε λίγο και λιγάκι να αναζητούν θήραμα. Σεβαστό.

Άλλωστε είναι και εκείνοι που έχουν γίνει χορτοφάγοι μετά από χρόνια κατανάλωση κρέατος και τη βγάζουν με όσπρια που έχουν στοκάρει από καιρό στα ντουλάπια τους ενώ, που και που, ανανεώνουν το μενού με τίποτα βλίτα από τη λαϊκή.

Ε, σε αυτά δε χωράει κουβέντα. Περί ορέξεως, παξιμάδι*.

 
*** *** ***
 

*διπλής… για έμπειρους λύτες.

Παρασκευή, 4 Σεπτεμβρίου 2015

Ποτούλα


Από ένα χωριό κοντά στην Κυπαρισσία ήταν η γιαγιά της. Εκεί μεγάλωσε η μάνα και ο πατέρας της. Εκεί μεγάλωσε κι αυτή με τα αδέρφια της. Την ονόμασαν Ποτούλα, από τη γιαγιά, γιατί ήταν η μεσαία. Η μεγάλη της αδερφή πήρε το όνομα του παππού Σταύρου και ο μικρός του άλλου παππού, του Γιώργη. Αγαπημένη οικογένεια - «παραδοσιακή» Ελληνική… Τα παιδιά ξύπνια όλα, είχαν πάρει από τον πατέρα τους που του άρεσαν τα γράμματα. Μονιασμένα αδέρφια, όχι σαν κάτι άλλα που τρώγονται από το πρωί μέχρι το βράδυ. Η μεγάλη ήταν χαμηλών τόνων, αλλά μεγάλο μούτρο και ο μικρός ένας διάολος. Δεν του ξέφευγε τίποτα κι αν του έμπαινε κάτι στο μυαλό δεν του το έβγαζες με καμία δύναμη. Πεισματάρης και απόλυτος. Η Ποτούλα κάπου στη μέση. Μετρίου αναστήματος, μελαχρινή, με έντονο βλέμμα που δεν έκρυβε τίποτα – ότι σκεφτόταν από τα μάτια της περνούσε. Έξυπνο παιδί, με δυνατότητες που έλεγαν και οι καθηγητές της. Δυναμική και ζωηρή. Αεικίνητη. Χαρούμενο πλάσμα από τα γεννοφάσκια του. Μόνο έναν καημό είχε… Το όνομά της.

Μα Ποτούλα ρε μάνα!!! έλεγε και ξανάλεγε, λες και θα άλλαζε κάτι… Είχε προσπαθήσει πολλές φορές να το αλλάξει, να βρει ένα υποκοριστικό, μια παραλλαγή, κάτι. Μάταια. Τι να το κάνεις το Ποτούλα;;; Το Τούλα το σιχαινόταν πιο πολύ, οπότε με τα χρόνια το συνήθισε και αυτή, όσο αταίριαστο κι αν ήταν. Ποτούλα; Ποτούλα. Τέλος. Συμβιβάστηκε και ηρέμησε.

Μεγαλώνοντας άρχισε και να το διασκεδάζει. Γελούσε με την αντίδραση των ανθρώπων όταν συστηνόταν, ειδικά σε επαγγελματικούς χώρους γεμάτους Νεφέλες, Ηλέκτρες, Δανάες και τα συναφή. Απορούσε που την καλούσαν και για συνέντευξη με τέτοιο όνομα στο βιογραφικό. Καμμένο το brand από χέρι, αδερφέ. Ήταν σίγουρη ότι είχε χάσει πολλές δουλειές λόγω του ονόματός της, πριν καν διαβάσουν παρακάτω. Τι θα μπορούσε να είναι μια Ποτούλα;

Το όνομά σου σε ακολουθεί, τέλος. Εκφράζει μια ιστορία, ένα παρελθόν, ένα περιβάλλον… Το δικό της φώναζε μιζέρια κι επαρχία κι ας είχε φύγει από το χωριό της στα 18. Μα καλά, να μην έχει βρει κάτι άλλο, έστω και άσχετο; Από την άλλη, πώς; Έτσι στα κουτουρού να πάει να αλλάξει την ταυτότητά της; Δεν ήταν μόνο που θα πέθαινε ο πατέρας της, αλλά που η Ποτούλα ήταν η αγαπημένη της γιαγιά και δεν ήθελε να την πικράνει… Ε καλά ρε παιδί μου, ας το άλλαζε για τους ξένους, η πρώτη θα ήταν ή η τελευταία; Τίποτα αυτή. Ανένδοτη πλέον. Είχε αναπτύξει κι ένα μηχανισμό ότι όποιος δεν κώλωνε στο όνομα ήταν άνθρωπος με ουσία, οπότε άξιζε την προσοχή της. Οι άλλοι ήταν επιφανειακοί - να και να!!! Άλλωστε και δουλειά βρήκε και μια χαρά τα πήγαινε η Miss Potoula… Αμέ!!!

Οι ξένοι συνεργάτες ξεκαρδίζονταν στην ιδέα ότι την έλεγαν «little pot» όταν άλλοι καλοθελητές τους εξηγούσαν ότι το –ούλα σήμαινε μικρή. Χαμπάρι αυτή, γελούσε…

Γελούσε και με τους άντρες που τη φλέρταραν και κολλούσαν στιγμιαία στο άκουσμα του ονόματος… Δεν κάνεις για Ποτούλα. Άλλο είσαι… Για πεεες… Άκουγε ότι μπορείς να φανταστείς από τα πιο απλά και συνηθισμένα μέχρι τα πιο ψαγμένα και εκκεντρικά. Στο τέλος με την Ποτούλα πήγαιναν στο κρεβάτι και ξέχναγαν το όνομά τους - ποτέ το δικό της. Δυνατό εργαλείο η Ποτούλα. Ήταν μαθημένη να αναδύεται πάνω από το όνομα – στίγμα.

Όταν, δε, άρχισε να πίνει και, αργότερα, να πίνει περισσότερο, είχε πλέον έτοιμη την απάντηση: Ποτούλα, όνομα και πράγμα… συνοδευόμενο από ατελείωτα γέλια με τα αδέρφια και τους φίλους της. Έπινε και γέλαγε η Ποτούλα και δεν υπήρχε τίποτα που να μην αντιμετωπίζει με χιούμορ και ποτό… Όνομα και πράγμα. Μόνο η μάνα της δε γέλαγε με το αστείο. Φοβόταν βλέπεις το αλκοόλ και γενικώς τις εξαρτήσεις. Παν μέτρον άριστον ήταν το σλόγκαν της από μικρό παιδί και με αυτό είχε μεγαλώσει και τα παιδιά της. Μην ανησυχείς ρε μάνα, της έλεγαν, μια χαρά είμαστε, τι άλλο θες; Η μεγάλη είχε τακτοποιηθεί στο Δημόσιο, είχε παντρευτεί και στέλεχος σε πολυεθνική και όπου να’ ναι θα της έκανε και το εγγόνι. Ο μικρός είχε ακόμη καιρό και, στο κάτω κάτω, ήταν και άντρας. Δεν τον είχαν πάρει τα χρόνια. Η Ποτούλα όμως; Καριέρα, παρέες, ταξίδια, τρέλες, φλερτ, αλλά από τύχη τίποτα. Βρε λες να έφταιγε το όνομα; Άρχισε η μάνα της να τρώγεται με τα ίδια της τα ρούχα…

Κάθε φορά που πήγαινε να το υπονοήσει στον άντρα της αυτός γελούσε με την καρδιά του και, ενίοτε, τις έβαζε τις φωνές που σκεφτόταν σα γυναικούλα. Δεν της άρμοζε. Άκου εκεί να φταίει το όνομα!!! Σιγά, δεν την είπαμε και Σκατούλα, Ποτούλα την είπαμε… και δώστου τα γέλια. Η γιαγιά είχε φύγει από καιρό, αλλιώς θα γελούσε και αυτή με τον κανακάρη της.
 
 
 
Μεγάλωνε η Ποτούλα, μεγάλωνε και η έγνοια της μάνας της. Τι θα γίνεις εσύ βρε παιδί μου; Μη σε νοιάζει ρε μαμά, είμαι ΟΚ. Τη δουλειά μου την έχω, φίλους πολλούς και καλούς έχω, εσάς και τα αδέρφια μου έχω, δε μου λείπει τίποτα. Ναι, αλλά έτσι, μόνη σου θα μείνεις; Ε, καλά ρε μαμά, δεν είμαι και μόνη μου!!! Αν είναι να προκύψει, καλώς, δε θα σκάσουμε κιόλας. Αυτά έλεγε στη μάνα της για να την καθησυχάσει, αλλά μέσα της την έτρωγε πλέον η ιδέα της μοναξιάς. Όχι της μοναξιάς γενικώς, αλλά αυτής της συναισθηματικής, της συντροφικής, της ερωτικής. Δεν μπορούσε να στεριώσει με άνθρωπο και αυτό είχε αρχίσει να την προβληματίζει. Τώρα πλέον δε σκεφτόταν να αλλάξει όνομα, αλλά όλα τα άλλα.

Διότι Ποτούλα μεν, υψηλά στάνταρ δε. Όσο μικρό και κακομοίρικο ήταν το όνομα της, τόσο μεγάλες απαιτήσεις και προσδοκίες είχε από τον εαυτό της και τη ζωή, συμπεριλαμβανομένων των συντρόφων της. Όχι, δεν την ένοιαζε το χρήμα, αλλού ήταν υψηλές οι απαιτήσεις. Σεβασμό, αξιοπρέπεια και αγάπη. Αυτό αποζητούσε. Άντε και αρκετή τρέλα, διότι χωρίς αυτή δεν έβγαινε η ζωή. Αγαπούσε πολύ και δινόταν με πάθος όταν ήθελε, αλλά γινόταν και σκύλα όταν την έθιγες ή την πρόσβαλες. Δε θα συμβιβαστώ ποτέ.

Ποτούλα όπως ποτέ. Έτσι την κορόιδευαν πλέον οι φίλοι της. Τι κι αν είχε ασπαστεί το «ποτέ μη λες ποτέ» μεγαλώνοντας, της είχε μείνει η ρετσινιά. Μόνο ο αδερφός της ταυτιζόταν απόλυτα με τις απόψεις της – πιο υπερβολικός κιόλας πολλές φορές. Ο μόνος που τη φώναζε Ποτ από τότε που ξεπετάχτηκε και πονήρεψε και χαχάνιζαν σα χαζά. Μέχρι τώρα. Μη μασάς ρε, μαζί θα είμαστε μια ζωή. Άσε τη μαμά, δεν καταλαβαίνεις; Είναι αλλού. Λογικό. Τα καλύτερα έρχονται και είναι δικά μας. Μας αξίζουν γιατί αντέχουμε ρε Ποοοτ, άκου με!!!

*** *** ***

Βάλε ένα ποτό. Το γνωστό; Ναι. Τι έγινε, γιορτάζουμε κάτι; Ναι, την Ποτούλα των ποτέ. Τι έγινε ρε κορίτσι, να ανησυχήσω; Όχι περισσότερο από κάθε άλλη φορά, το έχω. Σίγουρα; Ναι. Πότε θα μου πεις;
Ποτέ.
 
 
 Συνεχίζεται… ίσως προσεχώς, ίσως ποτέ.

Τετάρτη, 2 Σεπτεμβρίου 2015

Αnaf is never enough...


Αρετή, τί συμβαίνει; Γιατί δεν έρχεσαι; Γιατί μένεις κι άλλο εκεί; Όλα καλά;

Η φωνή της Πιτσούλας, από την άλλη άκρη της γραμμής, ανήσυχη και μπερδεμένη…

Τί να της πω αφού ούτε εγώ είχα απάντηση, εκτός από την απλή, ανεξήγητη ανάγκη να μείνω κι άλλο, έστω δυο μέρες ακόμη (μετά από δύο ήδη παρατάσεις 3 ημερών η καθεμιά). Χωρίς συγκεκριμένο λόγο ή σκοπό… Έτσι… Τόσο απλά. Δυο μέρες ακόμη στον παράδεισο. Στην πιο όμορφη παρένθεση της χρονιάς. Στο νησί. Το νησί μου. Στο μέρος που ξεχνιέμαι και ξεχνάω… Τί θες τώρα ρε μάνα;;;

Δεν ήμουν σίγουρη για τις φετινές διακοπές, αν και είχα μια παιδική λαχτάρα. Ανάμεικτα συναισθήματα. Η «ομάδα» ήταν σούπερ, δεν ήταν αυτή η ανησυχία μου… Εγώ ήμουν, αλλά τελικά το νησί όλα τα μπορεί. Το νησί και τα πρόσωπα γύρω τριγύρω. Ακόμη και αυτά με τα οποία δεν αντάλλαξες παρά ένα γεια ή ένα νεύμα… και πόσο υπέροχα πλάσματα στο σπίτι!!! Ευλογημένη γωνιά…

Άλλη μια φορά όλα ίδια κι όμως τόσο διαφορετικά… Πόσο μαγικό είναι αυτό!!!

Σταθερές αξίες που μπερδεύονται με νέες συνήθειες και αφίξεις... Ένα μοναδικό μείγμα αισθήσεων και εικόνων. Όλα τόσο οικεία και συνάμα καινούργια στο πεινασμένο μας μυαλό. Σχέσεις που δυναμώνουν έτσι απλά γιατί ήρθε το πλήρωμα του χρόνου.
Αχ, ρε γειτονιά αγαπημένη!!!
Μέρη, παλιά και καινούργια, που ξαφνικά γίνονται στέκια. Πρόσωπα που για κάποιο λόγο συνάντησες τούτο το καλοκαίρι, λες και τα προηγούμενα δεν ήταν γραφτό… Φίλοι – βράχοι, εδώ δίπλα σου, να ξέρουν χωρίς να χρειάζεται να πείτε κουβέντα. Τα μάτια. Να συγκινείσαι που σου μιλάνε με τα μάτια, με τραγούδια, με ένα άγγιγμα… Με ένα καφέ ή ένα ποτό που θα σου βάλουν πριν το ζητήσεις… Δεν υπάρχουν λόγια.
Ακούς μαμά;;;

Υπάρχει αγάπη εδώ… και τρέλα… και παλιμπαιδισμός… και χαρά… και μια μεγάλη αγκαλιά… Αυτό είναι το νησί μας. Σχεδόν κοκκίνιζα και φούσκωνα από περηφάνια κάθε φορά που κάποιος μοιραζόταν μαζί μου το πόσο του άρεσε και πόσο τον είχε κερδίσει. Ότι να’ ναι…

Ένας τόσο μικρός τόπος να είναι τόσο μεγάλος. Πάλι αφήσαμε εκκρεμότητες…

Του χρόνου…

 
Ο καφές / ρακή στην αυλή μας λίγο μετά τη δύση ήταν η νέα τελετουργία. Η στάση στη δική μας «Μύκονο» έγινε η νέα μας συνήθεια. Το ξημέρωμα στο Μύλο, η επιστροφή στον τόπο λατρείας. Το Καταφύγιο, όνομα και πράγμα, μπήκε αθόρυβα στην ημερήσια διάταξη κι ας συνεχίσαμε να το αποκαλούμε Κουρσάρο… Όλα τα άλλα έμειναν σταθερά κι αγαπημένα.

Οι 45 Γιάννηδες είχαν ετήσια σύσκεψη στο νησί, διότι δεν εξηγείται αλλιώς το φετινό φαινόμενο!!! Δεύτερη θέση κατείχαν οι «όπου Γιώργος και μάλαμα» και το χάλκινο πήγε στους «Δημήτρη μου, Δημήτρη μου…». Όμορφες φάτσες. Γλυκά χαμόγελα. Ανάλαφρες κουβέντες. Όποιος άνοιγε πολιτική συζήτηση κοβόταν, μερικές φορές ακόμη και άκομψα… Το κινητό ήταν ξεχασμένο σε κάποια τσάντα και το απαραίτητο τσεκάρισμα email είχε πέσει στο απόλυτο μίνιμουμ. Τί φάση;;;

Φάση αφασία. Να ξεκαρδίζεσαι στα γέλια και να νιώθεις στην κορυφή του κόσμου. Απλά. Με λίγη ρακή, λίγη θάλασσα και τους φίλους σου. Πόσο τυχεροί είμαστε!!!

Φίλοι του καλοκαιριού να φεύγουν και άλλοι να έρχονται δίνοντας σου την αίσθηση ότι ο χρόνος έχει σταματήσει πάνω σε αυτό τον αγαπημένο βράχο… Μέρες γεμάτες από ήχους και μυρωδιές. Μέρες γεμάτες χρώματα, άμμο και αλάτι… Νύχτες με αγαπημένες μουσικές και soundtrack τα γέλια μας. Αυτά τα ατελείωτα γέλια… Αυτές οι ατελείωτες νύχτες.

Δε θες να τελειώσει… Μα γιατί να το θες άλλωστε;

Κατάλαβες μαμά;;;

*** *** ***

«Γεια σου ρε ομορφιά» να λέει ο Αντρέας ενώ χαράζει κι εγώ να κατηφορίζω ευτυχισμένη…